Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Με έμπλεξε η μήνυση για την τοκογλυφία


-Φωνάζει ο Ορέστης Ντούτσι από τον Κορυδαλλό

Την αθωότητά του μέσα από τις φυλακές Κορυδαλλού συνεχίζει να διατρανώνει ο 38χρονος Ορέστης Ντούτσι, ο οποίος πριν από λίγες εβδομάδες καταδικάστηκε από το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία του δικηγόρου Σπύρου Ιωάννου στην Κυπαρισσία.
Επικοινωνώντας μαζί μας, υποστηρίζει με πάθος ότι τον έχουν μπλέξει: «Δεν έχω σχέση με την ιστορία αυτή, πώς να το εκφράσω, με ποιον τρόπο να το φωνάξω; Κάποιοι στην Κυπαρισσία γνωρίζουν πολλά και δε μιλούν. Αν μου έφταιγε κάποιος, ήταν αυτός που μου είχε σφραγίσει την επιταγή. Ο συχωρεμένος τι μου έφταιγε; Δεν είχα λόγο να τον πειράξω».

Από την επόμενη κιόλας ημέρα της καταδίκης του, όπως μας δηλώνει, η...............

σύζυγός του έχασε τη δουλειά της, που ήταν το μοναδικό μέσο επιβίωσης για εκείνη και τα τρία παιδιά τους. Ο ίδιος πιστεύει ότι κάποιος μεσολάβησε και συνέβη αυτό, με στόχο την εξόντωση του ιδίου και της οικογένειάς του. Άλλωστε, είναι πεπεισμένος πως όλα ξεκίνησαν, όταν κατέθεσε μήνυση σε επαγγελματία για τοκογλυφία.
Αποφασίσαμε να μεταφέρουμε στο αναγνωστικό κοινό τις απόψεις του, με το δικαίωμα που έχει ακόμα και ένας καταδικασμένος σε ισόβια για ανθρωποκτονία, αφήνοντας στην κρίση του κόσμου την ειλικρίνεια των λεγομένων του.

«Κάποιοι γνωρίζουν»
Από την πρώτη στιγμή της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας, ο Ορέστης Ντούτσι επαναλαμβάνει ότι βρίσκεται άδικα στη φυλακή και δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση της δολοφονίας: «Αν είχα σχέση, έχω το θάρρος και τα κότσια να το πω. Δεν είμαι παιδάκι 15 χρόνων. Είμαι 38 χρονών και από τα 16 μου είμαι στο “πεζοδρόμιο” της δουλειάς. Έμαθα, όταν έχω κάνει λάθος, να ζητάω συγγνώμη. Δεν έχω την παραμικρή σχέση με την ιστορία. Πώς να το πω, πώς να το εκφράσω, με ποιον τρόπο να το φωνάξω. Κάποιοι από την οικογένεια γνωρίζουν πολλά πράγματα και δε μιλούν. Έκανα “πόλεμο” για να γίνει το δικαστήριο το συντομότερο δυνατό, γιατί δεν άντεχα άλλο. Περίμενα να πάω σπίτι μου, στα παιδιά μου και μου έδωσαν ισόβια από το πουθενά.
Όταν έχεις έστω και μικρή ανάμειξη, είτε ακούσεις 5 είτε 10 χρόνια φυλακή, δε σε πειράζει, γιατί περιμένεις να σου επιβληθεί ποινή. Όταν, όμως, περιμένεις να πας σπίτι σου και αντί να βρεις το δίκιο σου, σε καταχαντακώνουν, τρελαίνεσαι. Με κατέστρεψαν χωρίς λόγο. Αν είχα φταίξει, να πληρώσω. Από τη στιγμή, όμως, που δεν έχω καμία σχέση με την ιστορία και βρίσκομαι στη φυλακή, είναι αμαρτία από το Θεό. Μπήκα στη φυλακή χωρίς να ξέρω το γιατί. Με έχουν κλείσει σε ένα κλουβί και δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είναι μια στημένη ιστορία».

«Έκανα μήνυση»
Με αφορμή την τελευταία του κουβέντα και στην απορία γιατί κάποιοι να θέλουν να τον μπλέξουν, δίνει τη δική του εξήγηση: «Με έχουν μπλέξει μόνο και μόνο επειδή έκανα μήνυση για τοκογλυφία και αποβλέποντας στην περιουσία μου. Ο Αλβανός (σ.σ. αναφέρεται στο συγκατηγορούμενό του, που επίσης καταδικάστηκε σε ισόβια) δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομά του για να τον κυνηγήσουν. Δεν είχα λόγο να εμπλακώ με αυτή την υπόθεση. Το πρόβλημα το είχα με αυτόν που μου σφράγισε την επιταγή. Μου “φταίει το γαϊδούρι και θα βαρέσω το σαμάρι”; Δε γίνονται αυτά. Δεν ξέρω ούτε πώς να συμπεριφερθώ ούτε τι να κάνω».
Ζώντας χρόνια στην Κυπαρισσία, δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της οικοδομής, αναλαμβάνοντας μεγάλες δουλειές: «Τη μήνυση για τοκογλυφία την είχα κάνει περίπου 2 μήνες πριν από το περιστατικό. Είχα πάρει μια μεγάλη και σημαντική δουλειά στην Ηλεία, και συγκεκριμένα στην Αρτέμιδα, την ανακατασκευή των πυροπλήκτων που έχουν αναλάβει οι Κύπριοι. Για να ξεκινήσω, είχα ναυλώσει καράβι από την Αθήνα, είχα δώσει προκαταβολή 170.000 ευρώ σε μάντρες στην Αλβανία, για να μπορώ να φέρω άμεσα πέτρα, έχοντας κανονίσει και μεταφορά με φορτηγά. Όταν ήταν, όμως, να ξεκινήσω το έργο, μου λένε οι αρμόδιοι του έργου ότι θα δουλέψω με την παλιά πέτρα. Το έργο μετά καθυστέρησε, εγώ είχα ήδη ανοιχτεί οικονομικά και τότε μου σφραγίστηκε η πρώτη επιταγή του συγκεκριμένου επαγγελματία. Κατ’ αρχάς, δεν πίστευε κανείς στην Κυπαρισσία ότι εγώ είχα οικονομικό πρόβλημα. Με είχαν για “λεφτά”. Έτυχε μια στραβή, όπως μπορεί να τύχει σε οποιονδήποτε. Όταν, όμως, έγινε το συμβάν με το δικηγόρο, η εκκρεμότητα ήταν μόνο μια επιταγή των 5.500 ευρώ. Το σπίτι το είχα φτιάξει με δάνειο από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας και δεν μπορούσε κανείς να μου το πάρει.
Κατέστρεψαν την οικογένειά μου χωρίς λόγο. Μόνο και μόνο επειδή τόλμησα, εγώ και κανείς άλλος, να κάνω μήνυση για τοκογλυφία στο συγκεκριμένο κύκλωμα. Μου “έκοψαν” τα πόδια. Τι μου έφταιγε ο συγκεκριμένος άνθρωπος; Την επιταγή δε μου τη σφράγισε ο συχωρεμένος. Δύο μέρες πριν από το περιστατικό τον συνάντησα σε ερημικό τοπίο στα Παραδείσια και μιλήσαμε. Αν ήθελα, δεν μπορούσα να του κάνω κακό εκεί, αλλά πήγα στο γραφείο του;».

«Ο Αλβανός»
Τη δική του ερμηνεία δίνει, επίσης, και στο γιατί ο συγκατηγορούμενός του έμπλεξε αυτόν: «Ο Αλβανός είχε δύο μήνες περιθώριο να σκεφθεί και μετά να πει ότι εγώ το έκανα. Για μένα, κάποιος τον έβαλε από την πρώτη στιγμή. Στα κρατητήρια, στην Καλαμάτα, έλεγε σε ομοεθνείς του ότι η Αστυνομία τού είπε να πει το όνομά μου και έτσι δε θα πήγαινε φυλακή. Ο Αλβανός έλεγε ότι έδωσε στο συχωρεμένο 4.000 ευρώ για να του βγάλει χαρτιά για τη φίλη του. Εκείνο το βράδυ τσακώθηκαν, ο συχωρεμένος, όπως ισχυρίζεται ο Αλβανός, τον έβρισε και του επιτέθηκε, και μετά αυτός τον χτύπησε. Πριν από λίγες ημέρες έφεραν μεταγωγή κρατουμένους από διπλανή πτέρυγα, που ήταν μαζί του, οι οποίοι μου είπαν ότι τους έλεγε πως το δικηγόρο τον καθάρισε με δύο μπουνιές. Δεν ξέρω καν αν όλα αυτά έχουν γίνει γι’ αυτό το λόγο. Έχουν γίνει, πράγματι, για τα χαρτιά όπως λένε, ή είναι κάποιος άλλος από πίσω; Δεν μπορώ να καταλάβω, δεν μπορώ να βρω μια λύση. Με πειράζει η αδικία, με τρελάνει. Να έχω κάνει τη βλακεία να πω, ναι φταίω, αλλά όχι έτσι».
Ψέματα πιστεύει ότι είπε και ο φίλος του συγκατηγορούμενού του, επίσης Αλβανός, ότι ο Ντούτσι, αν και συναντήθηκαν 2 φορές, του ζήτησε να πάει να σκοτώσει το δικηγόρο: «Είναι δυνατόν να γνωρίζεις έναν άνθρωπο σήμερα το βράδυ και αύριο το πρωί να πίνετε άλλο έναν καφέ και να του λες πάμε να σκοτώσουμε ένα δικηγόρο; Τι είναι αυτά; Είμαστε σοβαροί; Για να κάνεις τέτοια πρόταση σε κάποιον, πρέπει να τον ξέρεις χρόνια, πρέπει να έχεις κάποια σχέση».

«Κυνηγάνε τη γυναίκα μου»
Τα πράγματα τώρα είναι δύσκολα και για την οικογένειά του. Όπως ισχυρίζεται, από την επομένη της δίκης η γυναίκα του απολύθηκε από τη δουλειά της, ενώ έχει 3 παιδιά να μεγαλώσει, ένα αγόρι 17 χρόνων και δίδυμα κοριτσάκια, 5,5 χρόνων: «Η γυναίκα μου έχει μείνει χωρίς δουλειά με 3 παιδιά. Πληρώνει κάθε μήνα 1.400 ευρώ στις τράπεζες. Είμαι 17 μήνες στη φυλακή και δεν έχω αφήσει ούτε ένα μήνα απλήρωτο. Έχω δανειστεί απ’ όλους τους συγγενείς για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους. Η ιδιοκτήτρια του καταστήματος που δούλευε η γυναίκα μου, της είπε: “Δεν μπορώ να σε κρατήσω γιατί με πιέζουν. Είναι μικρή η πόλη και εγώ είμαι επαγγελματίας, δεν μπορώ”. Θέλουν τώρα να μου πάρουν το σπίτι, το οποίο είναι σημαντικής αξίας και το έχουμε φτιάξει μόνοι μας, δουλεύοντας μέρα – νύχτα. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να με καταστρέψουν. Η οικογένεια του συχωρεμένου μού ζητά τώρα 2 εκατ. ευρώ».
Ακόμα και στο κλείσιμο της πολύωρης συνομιλίας μας, απορεί για το τι τελικά έχει συμβεί και ζητά απαντήσεις: «Οι ίδιοι οι αστυνομικοί μού έλεγαν “κάνε υπομονή, ξέρουμε ότι είσαι αθώος”. Τους έλεγα παρακαλώ και περιμένω να βρεθεί ο δολοφόνος και να δείτε τι έχει να γίνει. Με τύλιξαν, όμως, σε μια κόλα χαρτί. Πήγαινα και έκανα φασαρία στην Αστυνομία, δεν πίστευα ποτέ ότι θα γίνει αυτό. Θέλω να πέσει φως σε αυτή την ιστορία, να πουν την αλήθεια όλοι. Θέλω, επιτέλους, να μάθω τι γίνεται; Τι κρύβουν;».

Της Βίκυς Βετουλάκη - Εφημερίδα "ΘΑΡΡΟΣ"