Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Μαύρα μαντάτα - Συρρίκνωση της οικονομίας έως 2% και έλλειμμα 6% προβλέπει το ΔΝΤ...


Η κρίση βρήκε την Ελλάδα με μεγάλες δημοσιονομικές ανισορροπίες, σημειώνει το ΔΝΤ, προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης έως και 2% για το 2009, έλλειμμα 6% του ΑΕΠ, το οποίο αν δεν ληφθούν επιπρόσθετα μέτρα το 2010 θα σκαρφαλώσει στο 7% και έκρηξη δημοσίου χρέους...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΝΤ.............


Στην Έκθεση Συμπερασμάτων του Κλιμακίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την ελληνική οικονομίας αναφέρεται ότι: «μετά από χρόνια ισχυρής ανάπτυξης, η ελληνική οικονομία έχει αρχίσει να επιβραδύνεται. Κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, το κατά κεφαλήν εισόδημα πλησίασε το μέσο όρο της ευρωζώνης. Αυτό συνέβη σε ένα ασυνήθιστα ήπιο παγκόσμιο περιβάλλον με υψηλή ρευστότητα και χαμηλά επιτόκια. Ωστόσο, σε ένα πλαίσιο περιορισμένων μεταρρυθμίσεων και ανεπαρκούς προσαρμογής της πολιτικής, η ανταγωνιστικότητα επιδεινώθηκε».

»Κατά συνέπεια, η πραγματική σύγκλιση χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό με χρέος, οδηγώντας σε μεγάλες δημοσιονομικές και εξωτερικές ανισορροπίες. Η παρούσα παγκόσμια κρίση έχει αρχίσει να επηρεάζει την Ελλάδα και σηματοδοτεί μια καμπή στις μελλοντικές οικονομικές συνθήκες. Για τη διόρθωση αυτών των ανισορροπιών, οι αναγκαίες προσαρμογές της πολιτικής είναι αναπόφευκτες. Η καθυστέρηση αυτής της προσαρμογής θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένη χαμηλή ανάπτυξη».


Οι προοπτικές παραμένουν αβέβαιες, αλλά η επιβράδυνση βρίσκεται σε εξέλιξη τονίζει το ΔΝΤ, και προβλέπει ανάπτυξη μεταξύ -1% και -2% το 2009, με την οικονομία να αρχίζει να ανακάμπτει στα τέλη του 2010. «Το ισοζύγιο των κινδύνων παραμένει αρνητικό» σημειώνει το ΔΝΤ.

Επίσης τονίζει οτι «η ανάκαμψη μεσοπρόθεσμα θα είναι μάλλον βραδεία αν δεν υπάρξουν σημαντικές μεταρρυθμίσεις. H επιβράδυνση βρίσκει την Ελλάδα με μεγάλες ανισορροπίες. Το υψηλό δημόσιο χρέος έχει εκτοπίσει τον ιδιωτικό τομέα. Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από το μέσο όρο του πληθωρισμού των εμπορικών εταίρων και οι διαρθρωτικές ακαμψίες συνεπάγονται κόστος το οποίο έχει συμβάλει στο μεγάλο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αυτοί οι παράγοντες αυξάνουν την πιθανότητα μιας παρατεταμένης περιόδου χαμηλής ανάπτυξης».

Επομένως, σημειώνει το ΔΝΤ, «η Ελλάδα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη μεσοπρόθεσμη πολιτική για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης και την τόνωση της δυνητικής ανάπτυξης. Τα βασικά στοιχεία είναι: η διατήρηση ενός υγιούς τραπεζικού συστήματος για την στήριξη της παροχής πιστώσεων, καθώς η ζήτηση ανακάμπτει, η μείωση των πιέσεων από το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα για να δημιουργηθεί χώρος για τον ιδιωτικό τομέα, καθώς και η προστασία των οικονομικά αδυνάτων με ένα επαρκές δίχτυ ασφαλείας και η μείωση του κόστους της γραφειοκρατίας και του κόστους στις αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της ανάκαμψης».

Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν μπορεί να αναβληθεί


Το ΔΝΤ «επικροτεί τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που έχουν ληφθεί μέσα στο 2009 και ενθαρρύνει την άμεση υιοθέτηση περαιτέρω μέτρων. Μόνιμα μέτρα που έχουν ληφθεί έως τώρα, όπως η συγκρατημένη εισοδηματική πολιτική, οι περικοπές σε ελαστικές δαπάνες και οι υψηλότεροι ειδικοί φόροι κατανάλωσης ενδέχεται να εξοικονομήσουν πάνω από 1% του ΑΕΠ, το οποίο αποτελεί μια ευπρόσδεκτη μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος».

Επίσης χαρακτηρίζει θετική την υιοθέτηση μέτρων προστασίας για τις πιο ευάλωτες ομάδες, αλλά εκφράζει αντιρρήσεις σε ότι αφορά τα μέτρα για την ενίσχυση της αγοράς αυτοκινήτου αλλά και τις επιδοτήσεις.

«Προτείνουμε οι αρχές να αποφύγουν εισοδηματικές μεταβιβάσεις σε ομάδες του πληθυσμού με υψηλά εισοδήματα. Μέτρα όπως οι επιδοτήσεις στις πωλήσεις των αυτοκινήτων ή οι επιχορηγήσεις σε νέους ελεύθερους επαγγελματίες έχουν μικρή επίπτωση στο ρυθμό ανάπτυξης, αλλά αυξάνουν περαιτέρω το χρέος» σημειώνει το ΔΝΤ.

Μέτρα με αφετηρία το 2010

Η Ελλάδα, τονίζει σε όλους του τόνους το ΔΝΤ, χρειάζεται «ολοκληρωμένο πολυετές δημοσιονομικό σχέδιο προκειμένου να θέσει το χρέος σε καθοδική πορεία Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε ένα χρόνο, αλλά ούτε και θα ήταν σκόπιμο, καθώς θα οδηγούσε σε βαθύτερη ύφεση. Ωστόσο, χρειάζονται επιπρόσθετα μέτρα, τα οποία πρέπει να είναι συνεπή, διαρκή, υψηλής ποιότητας και με προοπτική προκειμένου να μειώσουν το έλλειμμα και το χρέος».

»Αυτό το δημοσιονομικό σχέδιο (σε συνδυασμό με την πρόοδο στην κατάρτιση προϋπολογισμού προγραμμάτων και με την ενσωμάτωση φιλόδοξων αλλά ρεαλιστικών μέτρων) θα πρέπει να επικοινωνείται κατάλληλα στο ευρύ κοινό και να προσφέρει δυνατότητα παρακολούθησης μηνιαίων επιτευγμάτων προκειμένου να δημιουργήσει ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης. Με την ενισχυμένη εμπιστοσύνη, η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να είναι επεκτατική».

Το κλιμάκιο του ΔΝΤ προτείνει ετήσια δημοσιονομική προσαρμογή της τάξης του 1½% του ΑΕΠ με μόνιμα μέτρα αρχίζοντας από το 2010.

«Αυτή η προσαρμογή είναι απαραίτητη, ώστε να τεθεί ο λόγος του χρέους σε καθοδική πορεία από το 2012. Οι αυτόματοι σταθεροποιητές θα μπορούσαν να αφεθούν να λειτουργήσουν απρόσκοπτα κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η κυβέρνηση θα πρέπει να αντισταθεί στις πιέσεις για παροχές σε ομάδες ειδικών συμφερόντων ή σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας, οι οποίες ενδέχεται να ενταθούν σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες» σημειώνει.

Τα ληφθέντα μέτρα, τονίζει το ΔΝΤ πρέπει να είναι «υψηλης ποιόητητας» και προτείνει μεταξύ άλλων αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, δικαιότερη κατανομή φορολογικού βάρους, περιορισμό δαπανών, εξάλειψη των ελλειμμάτων στις ζημιογόνες δημόσιες επιχειρήσεις, συγκράτηση μισθών και συντάξεων, άμεση μεταρρύθμιση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης.

Ακόμη το ΔΝΤ τονίζει τη σημασία της αύξησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και ζητά τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, επισημαίνει την ανάγκη εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης και αύξησης της διαφάνειας, ζητά περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών προϊοντων και υπηρεσιών.


Ανθεκτικές οι τράπεζες, αλλά απαιτείται προσοχή

«Οι ελληνικές τράπεζες αποδείχθηκαν ανθεκτικές, αλλά παράλληλα ένιωσαν τις επιπτώσεις της κρίσης. Το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του κατάφερε να αντεπεξέλθει καλά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, λόγω της παραδοσιακής ενασχόλησης με λιανική τραπεζική και της έλλειψης επενδύσεων σε τοξικά προϊόντα. Παρόλα αυτά, οι τράπεζες αντιμετώπισαν αύξηση του κόστους χρηματοδότησης» σημειώνει το ΔΝΤ.

«Οι αρχές αντέδρασαν με την επαρκή προνοητικότητα στην χρηματοοικονομική κρίση. Η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που υιοθέτησαν πακέτο στήριξης προς τις τράπεζες» λεέι το ΔΝΤ και αναφέρει την αύξηση της εγγύησης καταθέσεων ανα καταθέτη, την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών μέσω του «πακέτου των 28 δισ. ευρώ».

«Το τραπεζικό σύστημα φαίνεται να διαθέτει αρκετές δικλείδες ασφαλείας, ώστε να μπορέσει να αντεπεξέλθει στην προσδοκώμενη επιβράδυνση» σημειώνει το ΔΝΤ, αλλά εφιστά την προσοχή, καθώς όπως τονίζει «οι συνθήκες λειτουργίας των τραπεζών ενδέχεται να παραμείνουν απαιτητικές βραχυπρόθεσμα και επιβάλλεται επαγρύπνηση».

»Το περιβάλλον λειτουργίας τους αναμένεται να είναι δύσκολο καθώς η παγκόσμια οικονομία υφίσταται την ύφεση. Επιπλέον, η Ελλάδα ενδέχεται να βιώσει μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλής ανάπτυξης και το φαινόμενο της χρηματοδοτικής στενότητας θα μπορούσε να επαναληφθεί. Κατά συνέπεια, η ποιότητα των εγχώριων πιστώσεων ενδέχεται να επιδεινωθεί περισσότερο από το αναμενόμενο, και τα χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών στη ΝΑ Ευρώπη μπορεί να βρεθούν υπό πίεση, καθώς η ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών εξασθενεί και οι συναλλαγματικές τους ισοτιμίες μεταβάλλονται. Οι κίνδυνοι αυτοί πρέπει να αντιμετωπιστούν με προσοχή».

Στις συστάσεις πολιτικής του κλιμακίου περιλαμβάνεται η παράταση της στήριξης του τραπεζικού συστήματος.

Ωστόσο το ΔΝΤ σημειώνει ότι «το κράτος πρέπει να περιορίσει την εμπλοκή του σε ό,τι αφορά τις τράπεζες. Για τη διατήρηση της υγιούς παροχής πίστωσης, οι εκπρόσωποι του Δημοσίου στα ΔΣ των τραπεζών θα πρέπει να αποφεύγουν να τάσσονται υπέρ του κατευθυνόμενου δανεισμού. Παρόλο που η χρήση του πακέτου έχει υπάρξει συγκρατημένη, το μέτρο θα πρέπει να παραμείνει διαθέσιμο προληπτικά».

Αναφορά γίνεται στην έκθεση του ΔΝΤ και σε ότι αφορά την έκθεση των τραπεζών στην ΝΑ Ευρώπη σημειώνοντας ότι η περιοχή προσφέρει ευκαιρίες. «Ωστόσο, η περιοχή αυτή διέρχεται σήμερα μία δύσκολη περίοδο αναπροσαρμογής και είναι απαραίτητο να υπάρξουν δεσμεύσεις από την πλευρά των τραπεζών για τη συνέχιση της παρουσίας τους στις χώρες αυτές. Όλα τα κράτη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, θα πρέπει να αποφύγουν τον χρηματοπιστωτικό εθνικισμό (και κάθε μορφή προστατευτισμού). Το ΔΝΤ προτρέπει τις αρχές να συνεχίσουν να αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τις Κεντρικές Τράπεζες και τους εποπτικούς φορείς σε όλες τις χώρες της ΝΑΕ και να διεξάγουν ασκήσεις διαχείρισης κρίσεων με τις χώρες αυτές».

Ακόμη το ΔΝΤ συστήνει την ύπαρξη πλαισίου διαχείρισης κινδύνου. «Οι αρχές θα πρέπει να είναι σε επιφυλακή για να ενεργήσουν αν παρουσιαστούν συστημικές πιέσεις. Στην περίπτωση αυτή, αρχικά θα πρέπει να αναζητηθούν λύσεις στα πλαίσια της αγοράς (π.χ. συγχώνευση τραπεζών) και εφόσον απαιτείται κρατική ενίσχυση για μεμονωμένες τράπεζες, θα πρέπει να γίνει υπό την προϋπόθεση της ελάχιστης δυνατής κρατικής ανάμιξης και της ύπαρξης συγκεκριμένων και ξεκάθαρων στρατηγικών εξόδου».

Τέλος το ΔΝΤ επικροτεί την εκπόνηση της Εκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και μάλιστα συστήνει να εκδίδεται ταυτόχρονα και στα αγγλικά και να επικαιροποιείται ανά εξάμηνο.